Είμαστε αναγκασμένοι από το κράτος, από τον ιό, από την ίδια μας τη συνείδηση απέναντι στο κοινό καλό, να μένουμε σπίτι.

Μένουμε σπίτι είτε επειδή φοβόμαστε να μην κολλήσουμε, είτε επειδή φοβόμαστε μην κολλήσουμε τους άλλους, είτε επειδή απλά μας το είπαν. Είναι κι εκείνοι που δε μένουνε σπίτι, αλλά αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο.

Μας ενημέρωσαν πώς να πλένουμε τα χέρια μας. Πώς να κλείσουμε σε ένα δωμάτιο έναν άνθρωπο που ενδεχομένως έχει κορωνοϊό.

Μας ενημέρωσαν για τα σχετικά sms, τα σχετικά χαρτιά που πρέπει να έχουμε μαζί μας.

Μας ενημέρωσαν για τα υποκείμενα νοσήματα που έχουν οι άνθρωποι που κινδυνεύουν από τον ιό,

Δε μας ενημέρωσαν, όμως, καθόλου για τους ανθρώπους που τα υποκείμενα νοσήματα είναι ψυχολογικής φύσεως. Για εκείνους που το να μείνεις σπίτι φαντάζει, όχι μόνο ακατόρθωτο, αλλά ο χειρότερος εφιάλτης τους.

Όχι επειδή το θέλουν. Ούτε το επεδίωξαν. Απλά, όπως κάποιοι άλλοι έχουν πρόβλημα με το άσθμα, ή με την καρδιά, ή με τους πνεύμονες, έτσι κάποιοι άλλοι άνθρωποι έχουν πρόβλημα με την ψυχή τους.

Η πρόκλησή τους είναι καθημερινή, γιατί καθημερινά καλούνται να παλέψουν με τους δαίμονές τους, ακόμα και υπό κανονικές συνθήκες.

Πόσο μάλλον όταν οι συνθήκες απαιτούν πράγματα, τα οποία για αυτούς τους ανθρώπους είναι απαγορευτικά.

Όπως το να μένουν σπίτι μόνοι με τις σκέψεις τους, χωρίς να μπορούν να λάβουν την απαιτούμενη βοήθεια.

Όπως το να τους κλείνεις μέσα τη στιγμή που αφήνεις άλλους να κινούνται ελεύθεροι. Ενώ όταν αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να βγουν έξω είτε για περπάτημα είτε για να μην κάνουν κάτι που δεν έχει γυρισμό όντας σπίτι τους, να τους κόβεις πρόστιμα.

Αυτοί γιατί δε χρήζουν ειδικής μεταχείρισης; Οι αστυνομικοί που μας ελέγχουν, που πάντοτε είναι δύο τουλάχιστον, γιατί δε φοράνε μάσκα ενώ πιάνουν τα πράγματά μας; την ταυτότητα, τα χαρτιά και κάποιες φορές και το κινητό μας;

Δε θα μακρηγορήσω άλλο για το θέμα των “δύο μέτρων και δύο σταθμών” που επικρατεί γενικότερα.

Θα σταθώ στο οτι υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να ΜΗ βγουν ζωντανοί από αυτό, και εκεί δε θα μπορείτε να πείτε οτι πέθαναν από κορωνοϊό. Εκεί θα πρέπει επιτέλους να παραδεχτείτε οτι η μέριμνα είναι εξαιρετικά ελλιπής σε όλα τα επίπεδα και ακόμα περισσότερο για αυτούς τους ανθρώπους που καθημερινά έχουν έναν αγώνα δρόμου να φέρουν σε πέρας. Κάποιες φορές και δύο αγώνες: αυτόν της ζωής και αυτόν της εσωτερικής τους φύσης…

“Ένας τέτοιος άνθρωπος, είμαι εγώ.

Νιώθω κλειδωμένη, παρείσακτη, αδικημένη και χωρίς ζωή.

Δε μου φτάνουν τα μέτρα. Θέλω περισσότερη υποστήριξη, θέλω βοήθεια.”